Καιρος να λαβει τελος η αναμονη!Oι Pens In Disguise επιστρεφουν στο λημερι τους φερνοντας μαζι τους νεα κειμενα!Οσοι πιστοι...συντονιστειτε!!

Συνεργάτες

Αναγνώστες

Like us on Facebook

Visitors

Πρότεινε σε φίλο

Πρότεινε σε φίλο:

Επικοινωνήστε μαζί μας!

Your Name :
Your Email :
Subject :
Message :
Image (case-sensitive):

Πώς σας φάνηκε το blog;

Από το Blogger.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sir Dreamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sir Dreamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011
Επιτέλους επιστρέφουμε με ένα κείμενο μετά από ένα τεράστιο διάλειμμα που περιελάμβανε τις πέντε βδομάδες μιας εξουθενωτικά εξαντλητικής εξεταστικής περιόδου και ακόμη (για να λέμε και την αλήθεια), δύο τουλάχιστον βδομάδες «μετεξεταστικής» περιόδου, μιας περιόδου απόλυτης αδράνειας και διάχυτης αποχαυνωτικής ευτυχίας, που δε μας άφησε να ασχοληθούμε με τίποτα συγκεκριμένο, και φυσικά ούτε με το γράψιμο.

Πάντως η εξεταστική περίοδος υπήρξε πηγή πολλών σκέψεων για πολλά και διάφορα θέματα, όπως είναι η έννοια και οι ιδιότητες του χρόνου. Δεν αποτελεί έκπληξη που η εξεταστική μου έφερε το χρόνο στο νου, αφού αποτελεί μια περίοδο στην οποία έχουμε απόλυτη ανάγκη τις συστολοδιαστολικές ιδιότητες της «τέταρτης διάστασης». Η αφορμή για αυτές τις σκέψεις περί χρόνου υπήρξε μια ιστοριούλα που άκουσα και νομίζω πρέπει να την μάθετε κι εσείς: Ρωτάνε λοιπόν έναν φοιτητή πόσο χρόνο χρειάζεται να διαβάσει για το τάδε μάθημα. Η απάντησή λοιπόν, είναι απίστευτα γλαφυρή και λακωνική: «Πότε το δίνουμε»;  Με την παράθεση αυτού του διαλόγου προφανώς και δε θέλω να καταδείξω ότι οι φοιτητές τα έχουν φορτώσει στον κόκορα (γεγονός αυταπόδεικτο, που δεν επιδέχεται και πολλή συζήτηση), αλλά να επιτείνω την προσοχή στην απίστευτη προσαρμοστικότητα των ανθρώπων στον εκάστοτε διαθέσιμο χρόνο. Με λίγα λόγια, είτε δώσετε σε ένα φοιτητή δύο μέρες για να διαβάσει ένα μάθημα, είτε δέκα, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι πάνω κάτω το ίδιο (σε κάποια λογικά πλαίσια πάντα). Αυτό δεν το λέω σαν αρχή, αλλά σαν παράδειγμα, που ισχύει τουλάχιστον για μένα και για κάποιους φίλους. Από αυτό το παράδειγμα, και από πολλά άλλα, φαίνεται πως η σχέση του ανθρώπου με το χρόνο είναι εξαιρετικά περίπλοκη, και η αντίληψη του χρόνου είναι ομολογουμένως τελείως υποκειμενική. Δε θα επεκταθώ περαιτέρω προς αυτή τη κατεύθυνση διότι την έννοια και την αντίληψη του χρόνου την έχει αναλύσει σε μεγάλο βαθμό η fatal secretary στο «Πέντε λεπτά ακόμα», και με έχει καλύψει επαρκώς. 

Θα ασχοληθώ με μια άλλη πολυσυζητημένη πτυχή του χρόνου: τον «ελεύθερο» χρόνο. Σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να χωρίσουμε το διαθέσιμο χρόνο σε δύο είδη, στον ελεύθερο χρόνο και στον «μη ελεύθερο», τον οποίο ας συμφωνήσουμε να τον αποκαλούμε «δεσμευμένο» χρόνο. Στον δεσμευμένο χρόνο, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, οι άνθρωποι ασχολούνται με πράγματα «υποχρεωτικά», όπως το σχολείο, οι σπουδές, η εργασία, οι δουλειές του σπιτιού. Το «υποχρεωτικά» δεν δηλώνει μόνο πράγματα που γίνονται για ικανοποίηση ζωτικών αναγκών, αλλά και για το «ταίριασμα» στα κοινωνικά πρότυπα και τον τρόπο ζωής της κάθε κοινωνίας. Από την άλλη ο ελεύθερος χρόνος, θεωρητικά μιλώντας, είναι αυτός στον οποίο κάνουμε πράγματα της επιλογής μας, που κυρίως αποσκοπούν στην ψυχαγωγία. Από την προσπάθεια ορισμού αυτών των δύο χρόνων, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο διαχωρισμός δεν είναι απόλυτος και ότι οι έννοιες του «ελεύθερου» και του «δεσμευμένου» συγχέονται (πχ η αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου συχνά υπαγορεύεται – δεσμεύεται από κοινωνικά πρότυπα). Αλλά δεν πειράζει, εδώ δεν επιχειρούμε μαθηματικές αποδείξεις, τις έννοιες τις εισήγαγα απλά για να βοηθήσουν στη συζήτηση.

Από μια άποψη, ο ελεύθερος χρόνος  θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η υπέρτατη αξία της κοινωνίας μας. Ακόμη και το χρήμα δεν μπορεί να αξιοποιηθεί χωρίς ελεύθερο χρόνο (κάτι που τείνουν να ξεχνούν πολλοί σύγχρονοι ευκατάστατοι). Μπορούμε να δούμε το χρήμα σαν ένα μέσο που μας επιτρέπει καλύτερη και ποιοτικότερη αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου (ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για τον καθένα). Θα ‘λεγε κανείς ότι το να βλέπεις το χρήμα σαν μέσο και όχι σαν αυτοσκοπό είναι μια υγιής αντίληψη, και σίγουρα οδηγεί σε έναν ορθότερο τρόπο ζωής από ότι η εργασιομανία και η απόλυτη αφοσίωση στον δεσμευμένο χρόνο. Με λίγα λόγια, το «εργασία για την καλύτερη αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου» ακούγεται καλύτερο από το «εργασία για την εργασία». Ωστόσο κι αυτή η «καλή» αντίληψη κρύβει παγίδες, μία από τις οποίες είναι η θεοποίηση του ελεύθερου χρόνου και η δαιμονοποίηση του δεσμευμένου. Στη σύγχρονες κοινωνίες αποτελεί κοινή αντίληψη ότι ο «καλός» χρόνος είναι ο ελεύθερος. Ο δεσμευμένος χρόνος αντιμετωπίζεται σαν αναγκαίο κακό, το οποίο πρέπει να υπομένουμε, ώστε να μπορέσουμε να απολαύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Παράδειγμα της κατάχρησης αυτής τη αντίληψης είναι το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι σκοτώνονται στη δουλειά για πολλά χρόνια για να μπορέσουν να πάνε μια βδομάδα διακοπές, και μάλιστα βλέπουν τη δουλειά σαν αγγαρεία και τις διακοπές σαν ένα είδος αποζημίωσης. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που οι διακοπές δεν αποδειχθούν και τόσο ονειρεμένες όσο τις φανταζόμασταν όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύαμε για αυτές; 

Ε λοιπόν είμαι με τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι ο η διαδρομή αξίζει πολλά περισσότερα από τον προορισμό. Και τι θέλει να μας πει ο Sir Dreamer, θα αναρωτηθούν πολλοί, ότι η δουλειά είναι καλύτερη από τις διακοπές; ΟΧΙ βέβαια! Αυτό ακριβώς είναι το λάθος στην αντίληψή μας, το να θεωρούμε δηλαδή τον ελεύθερο χρόνο προορισμό και τον δεσμευμένο χρόνο διαδρομή.  Στην πραγματικότητα και τα δύο διαδρομή είναι, η διαδρομή του χρόνου, που έχει μόνη κατάληξη το θάνατο. Αυτό πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, ότι κάποια μέρα θα πεθάνουμε, και ότι πρέπει να αξιοποιούμε κάθε στιγμή του χρόνου, να τη προσμένουμε και να την χαιρόμαστε ταυτόχρονα. Ας μην αφήσουμε την προσμονή του ελεύθερου χρόνου να μας κρατά δέσμιους όλον τον υπόλοιπο καιρό. Ας πάψουμε λοιπόν να βάζουμε ταμπέλες στο χρόνο, γιατί όπως λέει κι ένας στίχος: «ο χρόνος δεν υπάρχει, ο χρόνος είσαι συ και οι άλλοι». 

Γράφει ο Sir Dreamer για τους Pens In Disguise
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010
Έχουμε Χριστούγεννα απόψε! Σε λίγο οι μαμάδες θα προσπαθήσουν να βάλουν για ύπνο τα μικρά παιδιά, μα αυτά θα αντιστέκονται πεισματικά και θα λένε ότι θέλουν να μείνουν ξύπνια για να δουν τον Αϊ- Βασίλη  να φέρνει τα δώρα. Τελικά οι μαμάδες θα νικήσουν σε αυτήν την επική μάχη και τα παιδιά θα κάνουν ότι πέφτουν για ύπνο. Θα κλείσουν τα ματάκια τους και θα παριστάνουν τα κοιμισμένα, αλλά στην πραγματικότητα θα παραφυλάνε μήπως και ακούσουν κάνα περίεργο ήχο από τη καμινάδα. Κάποτε τα κάναμε κι εμείς αυτά, αλλά όπως θα θυμάστε, ο ύπνος τελικά πάντα νικάει, και σε παίρνει χωρίς να το καταλάβεις. Ακόμα και στον ύπνο όμως, οι παιδικές ψυχές παραμένουν ανήσυχες και εκστασιασμένες από την προσμονή των δώρων της επόμενης ημέρας. Και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά θα ξυπνήσουν πρωί πρωί, πριν από όλους τους άλλους, φωνάζοντας «Είναι Χριστούγεννα», θα ρίξουν μια κλεφτή ματιά έξω απ’ το παράθυρο, μπας και έγινε κάνα θαύμα και χιόνισε, και μετά θα τρέξουν με προσμονή κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Όλα αυτά τα ωραία συμβαίνουν στην εποχή που όλα είναι πιθανά, στην παιδική ηλικία. Μα τώρα που μεγαλώσαμε πια τι γίνεται με τα Χριστούγεννα; Νιώθουμε την ίδια χαρά, την ίδια «έκσταση», την ίδια ανεπιτήδευτη ευτυχία; Συγνώμη που θα στεναχωρήσω τους αθεράπευτα ρομαντικούς αλλά, ΟΧΙ. Και πιστεύω πως δε μιλάω μόνο για τον εαυτό μου, το βλέπω και στους γύρω μου αυτό. Σίγουρα τα Χριστούγεννα είναι για τους περισσότερους μια χαρούμενη εποχή, μα αυτή η χαρά είναι σε πολλές περιπτώσεις κάπως επιτηδευμένη. Τα Χριστούγεννα για τους «μεγάλους» έχουν καταντήσει κάτι σαν «η εποχή της προγραμματισμένης ευτυχίας».  Είναι η περίοδος που όλοι μας φοράμε το καλό μας χαμόγελο, γεμίζουμε ξαφνικά με καλοσύνη για όλο ο κόσμο, νιώθουμε την ανάγκη να βοηθήσουμε τους άπορους , προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το πολυθρύλητο «μήνυμα των Χριστουγέννων» κα άλλα τοιούτα. Αλλά περιέργως, για όλα αυτά ειδικά τώρα μας έρχεται η διάθεση.

Για όλη αυτήν την μαζική χαρά φαντάζομαι πως υπάρχει εξήγηση. Ας παρακολουθήσουμε μαζί τη διαδικασία της δημιουργίας και της μαζικοποίησής της: Η ειλικρινής χαρά ξεκινά από κάποιες εστίες και για συγκεκριμένους λόγους. «Ένα αρχή ην τα δώρα», ναι, τα δώρα, η απόκτηση δηλαδή υλικών αγαθών, και δη τσάμπα, αποτελεί μέγιστη πηγή χαράς, αυτό δε χρειάζεται περαιτέρω εξηγήσεις. Και δε χαιρόμαστε μόνο να παίρνουμε δώρα, χαιρόμαστε και να τα δίνουμε, νιώθουμε μια ικανοποίηση από αυτή τη διαδικασία. Τώρα βέβαια δε ξέρω αν αυτή προέρχεται από τον απέραντο αλτρουισμό μας ή από την εγωιστική ικανοποίηση που λαμβάνουμε ακούγοντας τα «ευχαριστώ» και από το γεγονός ότι νομίζουμε πως κάναμε κάτι τρομερά καλό και σπουδαίο. Στα πλαίσια αυτού του κειμένου δε με ενδιαφέρει τι από τα δύο ισχύει, σημασία έχει το αποτέλεσμα: χαρά και ικανοποίηση. Μια άλλη μέγιστη πηγή χαράς είναι αυτό που αποκαλούμε γενικά «Χριστουγεννιάτικο κλίμα». Σε αυτό περιλαμβάνονται Χριστουγεννιάτικα τραγούδια, ταινίες τύπου «Home Alone», γιορτινό τραπέζι, γλυκά, λαμπιόνια, στολισμός, βόλτες στην αγορά κλπ. Η ισχύς όλων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι στο μυαλό μας τα έχουμε συνδυάσει με ευχάριστες σκέψεις και θετικούς συνειρμούς. Αυτός ο συνδυασμός που έχουμε φτιάξει στο μυαλό μας σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στις αναμνήσεις από την παιδική μας ηλικία, δηλαδή την εποχή που πραγματικά χαιρόμασταν τα Χριστούγεννα. Α, και φυσικά να μην ξεχάσω έναν ακόμα σημαντικότατο λόγο που χαιρόμαστε τα Χριστούγεννα: Δ Ι Α Κ Ο Π Ε Σ. 

Ωραία, είπαμε για τις πηγές ειλικρινούς Χριστουγεννιάτικης χαράς. Ας δούμε τι γίνεται στη συνέχεια. Η χαρά είναι παράσιτο άκρως μεταδοτικό, οπότε ξεκινώντας από αυτές τις εστίες εξαπλώνεται γρήγορα σχεδόν σε όλους τους ανθρώπους. Εδώ παίζει το ρόλο της η μαζοποίηση και ο κομφορμισμός. Πολλοί χαιρόμαστε, απλώς επειδή χαίρονται κι οι άλλοι. Κι ακόμα κι αν δεν έχουμε καμία διάθεση να χαρούμε παριστάνουμε τους ευτυχισμένους για να ταιριάζουμε στο Χριστουγεννιάτικο κλίμα. Το ενδιαφέρον είναι  ότι πολλές φορές πείθουμε και τους ίδιου μας τους εαυτούς ότι είμαστε χαρούμενοι. Και κάπως έτσι λοιπόν, εισέρχεται ο Δυτικός κόσμος στην εποχή της προγραμματισμένης ευτυχίας και καλοσύνης. Στο κάτω κάτω της γραφής όμως τι μας νοιάζει πως προκύπτει η Χριστουγεννιάτικη χαρά; Η ευτυχία είναι πάντα ευτυχία, οποιαδήποτε κι αν είναι η αιτιολογία της. Τι μας νοιάζει αν προκύπτει από αυθυποβολή, από αυταπάτες, από μαζοποίηση ή καταναλωτισμό; Εξάλλου το μυστικό της ευτυχίας είναι να απολαμβάνεις τα ψέματα και τις απάτες της ζωής. Άρα ας μη νιώθουμε τύψεις για την ευτυχία μας και ας χαρούμε τα Χριστούγεννα. Ας μη ψάχνουμε από πού προέρχεται η χαρά, απλά δε μας νοιάζει.

Αυτό που πρέπει να μας νοιάζει είναι η υποκρισία μας ως προς πολλά θέματα αυτήν την εποχή του χρόνου.  Και καλά μας πιάνει τώρα η συμπόνια για όλους τους δύστυχους αυτού του κόσμου  και γινόμαστε αγγελούδια. Λες και όλον τον υπόλοιπο χρόνο οι άνθρωποι δε πεινάνε, λες και δε χρειάζεται να είμαστε πάντα ευγενικοί και να δείχνουμε στους γύρω μας πόσο τους αγαπάμε. Βέβαια και αυτό κάτι είναι, να θυμόμαστε έστω μια φορά το χρόνο ότι είμαστε άνθρωποι , ας πάψουμε όμως να χρησιμοποιούμε αυτήν την έξαρση Χριστουγεννιάτικης καλοσύνης για να είμαστε αναίσθητοι όλον τον υπόλοιπο χρόνο. Ωχ, άρχισα να γίνομαι διδακτικός, και δε το θέλω, δεν γράφω για να κάνω κήρυγμα, οπότε ας σταματήσω εδώ καλύτερα. Σας εύχομαι ευτυχισμένα Χριστούγεννα, και αντλείστε τη χαρά απ’ όπου εσείς θέλετε, αρκεί να είναι ειλικρινής. Κι αν πάλι δε σας έρχεται χαρά για κανένα από τους παραπάνω λόγους και αν ακόμα είστε από κείνους που τους πιάνει μελαγχολία τα Χριστούγεννα, δε πειράζει, μη προσπαθείτε με το ζόρι να μπείτε στο κλίμα των ημερών, θα χαρείτε μιαν άλλη μέρα…

Γράφει ο Sir Dreamer για τους Pens In Disguise
Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010
Εμείς οι άνθρωποι είμαστε μυστήρια πλάσματα. Μπορούμε να προφέρουμε την πιο αγνή καλοσύνη και αγάπη αλλά και να αισθανθούμε το πιο απύθμενο μίσος. Μπορούμε να προβούμε σε πράξεις τόσο αισχρές που θα σόκαραν ακόμα και τα ζώα. Είμαστε πολύ ιδιοτελείς και κοιτάμε πάντα το συμφέρον μας, και το χειρότερο όλων:  ούτε καν το παραδεχόμαστε.

Δεν πιστεύω πως υπάρχουν κακοί άνθρωποι, αλλά υπάρχουν σίγουρα αυτοί που κυλούν πιο εύκολα και πιο συχνά προς την «σκοτεινή» πλευρά. Δε γεννιούνται  έτσι, απλά σταδιακά απογυμνώνονται από τις αξίες και τα ήθη εξαιτίας διαφόρων γεγονότων. Όμως οι «κακοί» της ζωής έχουν μια ουσιώδεις διαφορά από τους παραδοσιακά «κακούς» στις ταινίες, στα βιβλία και στα παραμύθια. Όπως θα ξέρετε οι περισσότεροι από αυτούς τους «παραδοσιακούς κακούς» είχαν ξεκάθαρη επίγνωση της κακίας τους (εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις μερικών παρανοϊκών), δηλαδή, είχαν το χαιρέκακο γελάκι τους, κατάστρωναν  τα μοχθηρά τους σχέδια και πολεμούσαν με περηφάνια ενάντια στο «καλό». Αυτά τα στοιχεία δεν χαρακτηρίζουν τους «κακούς» της ζωής. Ο άνθρωπος έχει πάντα την ανάγκη να πιστεύει ότι πράττει το καλό και το σωστό, απλά αυτό δυστυχώς, δεν τυγχάνει να είναι το ίδιο για όλους. Ο άνθρωπος θέλει να φέρεται σαν «κακός», θέλει να μπορεί να βλάπτει τον συνάνθρωπό του, να εξαπατά, να ζηλοφθονεί και να υπερηφανεύεται, χωρίς ωστόσο να επιβαρύνει υπερβολικά την συνείδησή του. Ο άνθρωπος θέλει να κάνει «κακίες» πιστεύοντας ότι κάνει το καλό.

Για αυτό το σκοπό έχει εφεύρει κάτι πολύ έξυπνο για να ξεγελά το μυαλό του. Ας το ονομάσουμε «άλλοθι». Το άλλοθι είναι ουσιαστικά μια δικαιολογία που λέει ο άνθρωπος στον εαυτό του, είναι η προσπάθεια που κάνει να πειστεί πως όλες οι κακές του πράξεις έχουν «καλό» σκοπό, ή ακόμα χειρότερα, ότι είναι δίκαιες. Έτσι όταν αντιγράφει σε ένα διαγώνισμα δικαιολογείται στον εαυτό του(και συχνά και στους άλλους)  πως ο καθηγητής ήταν υπερβολικά αυστηρός και τον είχε βάλει στο μάτι. Όταν κλέβει από κάποιον πλούσιο λέει πως ούτως άλλος έχει πολλά λεφτά που τα απέκτησε με αθέμιτα μέσα. Όταν χρηματίζεται λέει πως το κάνουν κι όλοι οι άλλοι. Εδώ ακριβώς είναι οι μαγικές λέξεις: «το κάνουν κι οι άλλοι». Αυτή η παιδιάστικη δικαιολογία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο πολλών από τα «άλλοθι», μας εξυπηρετεί καλά, γιατί με τι κακές μας πράξεις νιώθουμε ότι «αποκαθιστούμε την δικαιοσύνη». Φυσικά ποτέ δεν πείθουμε τον εαυτό μας έτσι, πόσο μάλλον τους γύρω μας, αλλά είναι ένας καλός τρόπος να διατηρούμε μια καλή εικόνα του εαυτού μας, απαραίτητη για την ψυχική μας ισορροπία. Ωστόσο μετά από πολλές επαναλήψεις μιας κακής πράξης, παύουμε πια να χρειαζόμαστε το άλλοθι, καθώς δε έχουμε ανάγκη από δικαιολογίες όταν έχουμε τη δύναμη της συνήθειας.

Τα άλλοθι δε χρησιμεύουν μόνο στις πραγματικά κακές πράξεις αλλά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής μας ζωής. Τα χρησιμοποιούμε για τις μικρές καταχρήσεις και τις σκανδαλιές μας. Για παράδειγμα, ενώ είμαστε σε δίαιτα και έχουμε σαβουρώσει ένα πιτόγυρο, τρώμε μετά και μια σαλατούλα έτσι για να ηρεμήσουμε τη συνείδησή μας, να λέμε ότι φάγαμε και κάτι υγιεινό. Ακόμα κι αυτή τη στιγμή, χρησιμοποιώ το γράψιμο ως άλλοθι.  Βλέπετε, εγώ τώρα υποτίθεται ότι πρέπει να διαβάζω, αλλά δεν βρήκα το κουράγιο να το κάνω. Έτσι είπα να συγγράψω αυτήν την ανάρτηση για να λέω στον εαυτό μου ότι οι ώρες αυτές δεν πέρασαν και τελείως άσκοπα. Είναι αξιοθαύμαστο το πόσες τέτοιες μικρές δικαιολογίες χρησιμοποιούμε καθημερινά και ακόμα πιο αξιοθαύμαστο το πόσο γελοίες φαντάζουν όταν τις κοιτάμε από απόσταση. Αλλά παραδόξως, εκείνη τη στιγμή που τις χρειαζόμαστε, είναι πραγματικά απαραίτητες και μας προσφέρουν αληθινή ανακούφιση.

 
Το μόνο ερώτημα είναι γιατί τις χρειαζόμαστε. Γιατί έχουμε ανάγκη να λέμε ψέματα και στον ίδιο τον εαυτό μας; Δε θα μας δικάσει ο εαυτός μας για τις πράξεις μας και στο κάτω κάτω ο,τι κάναμε ήταν επιλογή μας. Ή μήπως θα μας δικάσει η συνείδησή μας; Ναι θα το κάνει, αλλά αυτά τα άλλοθι είπαμε πως δεν την ξεγελούν για πολύ. Τότε λοιπόν σε τι ακριβώς μας βοηθάνε; Δε γνωρίζω να σας πω ακριβώς αλλά μπορεί να έχει να κάνει με τον χρόνο. Όλοι ξέρουμε πως δε παραδεχόμαστε σχεδόν ποτέ τα λάθη μας τη στιγμή που τα κάνουμε, αλλά μετά την πάροδο ενός χρονικού διαστήματος, όταν πια τα βλέπουμε από απόσταση ασφαλείας. Τα άλλοθι είναι λοιπόν εκείνα που μας εξασφαλίζουν αυτόν τον απαραίτητο χρόνο. Μας προστατεύουν την ώρα της πράξης ενώ μετά μας εγκαταλείπουν σιγά σιγά αφήνοντας τη συνείδηση να αναλάβει τα ηνία, αποτελούν κατά κάποιο τρόπο αμυντικούς μηχανισμούς του εγωισμού μας. Αν δε χρειαζόμασταν αυτόν τον αμυντικό μηχανισμό, αν μπορούσαμε να παραδεχόμαστε τα λάθη μας την ώρα που τα πράττουμε (ή ακόμα καλύτερα πριν τα πράξουμε) αυτός ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος, και εμείς θα ήμασταν τέλειοι. Αλλά δεν είμαστε που να με πάρει! Είμαστε άνθρωποι. 

Ξεκίνησα αυτό το κείμενο με όχι και τόσο κολακευτικά λόγια για το ανθρώπινο είδος, οπότε λέω να κλείσω με μια αισιόδοξη νότα. Ναι, είναι αλήθεια πως η αναγκαιότητα της ύπαρξης των άλλοθι καταδεικνύει τον εγωισμό μας και την υποκρισία μας στον ίδιο μας τον εαυτό. Ναι, τα άλλοθι μας προσφέρουν ένα «παραθυράκι» και μας διευκολύνουν να προβαίνουμε σε κάποιες «κακές» πράξεις. Σκεφτείτε όμως και την άλλη πλευρά. Το να κάνουμε λάθη και να προβαίνουμε που και που σε «κακίες» είναι απολύτως ανθρώπινο. Αν ήμασταν όμως ικανοί να τα κάνουμε όλα αυτά χωρίς να έχουμε ανάγκη από άλλοθι, τότε είναι που θα ήμασταν πραγματικά κακοί. Άρα η αναγκαιότητά τους αποδεικνύει ότι δεν είμαστε και τόσο κακοί τελικά. Τα άλλοθι δε μας κάνουν ούτε καλούς, ούτε κακούς, μας κάνουν απλά ανθρώπους.
 Γράφει ο Sir Dreamer για τους Pens In Disguise
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010
Σίγουρα στην μέχρι τώρα ζωής σας θα υπήρξαν στιγμές που θα αναφωνήσατε “Γιατί σε μένα Θεέ μου;”, που θα νιώσατε αγανακτισμένοι με τα δεινά που σας επιφύλασσε η μοίρα, θα αισθανθήκατε να πνίγεστε από την αδικία αυτού του κόσμου. Η αλήθεια είναι ότι η ζωή είναι γεμάτη από τέτοιες στιγμές και η “κακή τύχη” παραφυλάει πάντα στη γωνιά του δρόμου. Ο σκοπός μου δεν είναι να σας τρομάξω αλλά να σας θυμίσω ότι τα δεινά είναι κομμάτι της ζωής μας, η δυστυχία είναι αναπόσπαστη από την ευτυχία, κι ας έχουμε μερικές φορές την ψευδαίσθηση ότι τα άσχημα πράγματα συμβαίνουν μόνο στους άλλους. Τέτοιου είδους ψευδαισθήσεις η ζωή δεν τις αφήνει για πολύ ατιμώρητες.
Ποιός λοιπόν είναι αυτός που ορίζει το καλό και το κακό στη ζωή μας; Ποιός είναι αυτός που μας στέλνει τα βάσανα και τις χαρές; Ο Θεός; Η μοίρα; Ο ίδιος μας ο εαυτός; Πείτε το όπως θέλετε. Κατά τη γνώμη μου είναι ένας συνδυασμός τόσων πολλών παραγόντων, που το αποτέλεσμά τους καταντά μη προβλέψιμο, κι εδώ ακριβώς είναι που φτάνουμε σε αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν τύχη. Εμένα πάντα μου άρεσε να πιστεύω στην εξής θεωρία σχετικά με την τύχη: Στη ζωή υπάρχουν αμέτρητα γεγονότα και συμβάντα, άλλα καλά και άλλα άσχημα για έναν άνθρωπο, αν προτιμάτε ας τα πούμε “καλή” και “κακή” τύχη. Σύμφωνα με τη θεωρία μου, υπάρχει μια ισοκατανομή μεταξύ αυτών των δύο εκφάνσεων της τύχης στη ζωή ενός ανθρώπου, και μάλιστα υπάρχει μια συνεχής εναλλαγή μεταξύ “καλών” και “κακών” στιγμών. Υπάρχουν βέβαια και περίοδοι που λόγω “στατιστικών” διακυμάνσεων της τύχης τα “καλά” και τα “κακά” έρχονται συσσωρευμένα στη ζωή.

Η λογική συνέπεια όλων των παραπάνω είναι ότι αν μας τύχουν συνεχείς αναποδιές μες στη ζωή, αυξάνονται θεαματικά οι πιθανότητες η επόμενη στιγμή που θα έρθει να είναι “καλή” (μια πολύ ελπιδοφόρα προσέγγιση για όλους τους δεινοπαθούντες) και αντίστροφα, αν διανύουμε μια παρατεταμένη περίοδο ευτυχίας κινδυνεύουμε σοβαρά να μας τύχει κάτι κακό. Σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω, αυτό μοιάζει λογικό: Αν φέρεις μερικές συνεχόμενες φορές εξάρες, είναι επόμενο η επόμενη ζαριά σου να μην είναι εξάρες. Αυτή η λογική θα μπορούσε να είναι και η βάση πολλών δεισιδαιμονιών, πχ πολλές φορές οι άνθρωποι φοβούνται την υπέρμετρη ευτυχία.

Μια εύλογη ένσταση που προκύπτει σε αυτό το σημείο είναι ότι στη ζωή τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όπως στα ζάρια, και η εμφάνιση “καλών” και “κακών” στιγμών δεν είναι εντελώς τυχαία. Τα δεινά στη ζωή έχουν την τάση να εμφανίζονται σε φαύλους κύκλος, τα κακά έρχονται απανωτά καθώς προκαλούν το ένα το άλλο. Παρομοίως και η ευτυχία είναι ανατροφοδοτούμενη: ένα καλό συμβάν φέρνει αισιοδοξία, η οποία αυξάνει τις πιθανότητες για περισσότερα καλά συμβάντα. Αυτό το φαινόμενο διαταράσσει την ισχύ της θεωρίας που εξέφρασα παραπάνω, της τυχαίας ισοκατανομής “καλής” και “κακής” τύχης, Ωστόσο υπάρχει κάτι ακόμα που δε λάβαμε υπόψη μας, κι αυτό το κάτι αναπληρώνει το χαμένο έδαφος για τη θεωρία μου. Πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι το «το καλό» και το «κακό» δεν είναι έννοιες απόλυτες αλλά σχετικές, και έχουν να κάνουν με πολλά πράγματα, και προπάντων με τις προηγούμενες εμπειρίες ενός ανθρώπου και με τη γενικότερη κατάστασή του. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι μες στο βαρύ χειμώνα και η παραμικρή ηλιαχτίδα μας φαίνεται η μεγαλύτερη καλοκαιρινή λιακάδα, ενώ όταν πλέουμε σε πελάγη ευτυχίας η παραμικρή ανατάραξη μπορεί να μας χαλάσει την υπέροχη φαντασίωσή μας. Με λίγα λόγια, το αν θα θεωρήσουμε κάτι «καλό» ή κακό» εξαρτάται απόλυτα από την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Αυτός ο ψυχολογικός παράγοντας, όπως τον παρουσίασα, ευνοεί την συνεχή εναλλαγή «καλών» και «κακών» γεγονότων.

Αυτή είναι μια μάλλον αισιόδοξη θεωρία (για μένα τουλάχιστον) και έχει και πολλές προεκτάσεις. Μια από αυτές την είχα σκεφτεί πριν κάμποσα χρόνια και την είχα ονομάσει με τον πομπώδη τίτλο «Αρχή Διατήρησης της Ευτυχίας» (αν και τώρα που το σκέφτομαι αυτός ο τίτλος είναι μάλλον ακατάλληλος). Η θεωρία μου αυτή λέει, ότι κάθε άνθρωπος στον κόσμο νιώθει το ίδιο ευτυχισμένος με κάθε έναν από τους άλλους ανθρώπους, λαμβάνει δηλαδή την ίδια ικανοποίηση από τη ζωή. Κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου η ευτυχία παρουσιάζει διακυμάνσεις γύρω από ένα σημείο (τον μέσο όρο αν θέλετε), το οποίο είναι σταθερό σε κάθε άνθρωπο.

Εδώ κι αν θα φέρετε αντιρρήσεις! Θα αρχίσετε να λέτε παραδείγματα για ανθρώπους που γεννήθηκαν μες στη φτώχεια και την εξαθλίωση, που βίωσαν πολέμους και έχασαν τα πάντα και για κάποιους άλλους που μεγάλωσαν μες στα πλούτη, είχαν πάντα ό,τι ήθελαν και δε χρειάστηκε ποτέ να δουλέψουν. Ε λοιπόν εγώ πιστεύω ότι όλοι αυτοί ήταν το ίδιο ευτυχισμένοι. Σκεφτείτε ότι η ανακάλυψη μιας παλιάς μπάλας από ένα ζητιανάκι μπορεί να προξενήσει την ίδια χαρά, όπως και η απόκτηση ενός Play Station 3 από ένα πλουσιόπαιδο. Στα παραδείγματα λοιπόν μπορώ κι εγώ με παραδείγματα να απαντήσω. Ωστόσο δεν έχω λογικά επιχειρήματα και επιστημονικές αποδείξεις για να στηρίξω αυτήν την θεωρία. Όμως για κάποιο λόγο, βαθιά μέσα μου την πιστεύω, ίσως επειδή στα μάτια μου φαντάζει υπερβολικά ελκυστική για να μην την πιστέψω. Είναι κατά κάποιο τρόπο δίκαιη, σκληρή και εύσπλαχνη μαζί. Αυτό είναι για μένα, εσείς κρίνετε την με τα δικά σας μάτια. 

Γράφει ο Sir Dreamer για τους Pens In Disguise
Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010
Εμείς οι άνθρωποι, ως γνωστόν, είμαστε ζώα άκρως κοινωνικά, και έχουμε εφεύρει ένα σωρό αποτελεσματικούς τρόπους  για να κρατάμε τις κοινωνίες μας σε συνοχή. Για την ύπαρξη και την επιβίωση μιας κοινωνίας πρωταρχικό ρόλο παίζει η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία μεταβιβάζει τις αξίες της και τις εμπειρίες της από γενιά σε γενιά ώστε τα εκάστοτε νέα μέλη της να εντάσσονται ομαλά σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Ωραία όλα αυτά και πολύ ενδιαφέροντα, αλλά εγώ σήμερα δε θα ασχοληθώ με το θέμα της κοινωνικοποίησης, ούτε και με τις αξίες που περνά η κοινωνία στα μέλη της (αυτή είναι μια τεράστια συζήτηση την οποία δεν έχω το κουράγιο ακόμα να ανοίξω). Θα μιλήσω για μία από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί η κοινωνία για να διδάσκει ηθικές αρχές και αξίες.
Λοιπόν μια από τις πιο αποτελεσματικές μεθόδους που μεταχειρίζεται η κοινωνικοποίηση είναι τα παραμύθια. Ναι, αυτές οι πανέμορφες ιστοριούλες  που ομορφαίνουν τη παιδική μας ηλικία και όχι μόνο. Και δεν εννοώ μόνο τα παραμύθια αυτά καθαυτά αλλά και οτιδήποτε άλλο μπορεί να έχει παραμυθένια στοιχεία μέσα. Για μένα το βασικό χαρακτηριστικό των παραμυθιών είναι ότι δημιουργούν μια πλαστή, ιδεατή εικόνα για τον κόσμο. Δε μιλώ για όλα τα «ψεύτικα» στοιχεία μυθοπλασίας, όπως μάγισσες που πετάνε, δράκοι, γίγαντες κλπ, αυτά δεν αποτελούν πρόβλημα και ούτε μπορούμε να πούμε ότι  «εξαπατούν» τους ανθρώπους, αφού οποιοσδήποτε ξεπερνάει τα 5, άντε τα 8 έτη, καταλαβαίνει πολύ καλά ότι όλα αυτά δεν υπάρχουν. Η εξαπάτηση αλλού βρίσκεται: τα παραμύθια μας παρουσιάζουν έναν κόσμο στον οποίο το καλό πάντα νικάει, ο κακός τιμωρείται, ο μόχθος και η υπομονή ανταμείβονται, η δικαιοσύνη πάντα απονέμεται. Μας παρουσιάζουν τον κόσμο των happy ends.

Θα μου πείτε βέβαια ότι ακόμα και αυτά μετά από κάποια ηλικία παύουμε να τα πιστεύουμε. Θα πείτε ότι αφού η ζωή μας δώσει τα πρώτα δείγματα της σκληρότητας και της ειρωνείας που την διακατέχει, απογοητευόμαστε και χάνουμε την πίστη στο καλό και στα happy end. Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω κάθετα. Φαινομενικά, ναι, χάνουμε την πίστη μας, αφού αυτό μας λέει η λογική μας. Αλλά τα διδάγματα των παραμυθιών μένουν βαθιά αγκιστρωμένα μέσα μας ακόμα κι αν εμείς δεν το καταλαβαίνουμε.  Μπορεί να λέμε πως δε πιστεύουμε πια σε παραμύθια αλλά ο τρόπος που δρούμε συχνά μας διαψεύδει. Ο κύριος λόγος που δεν καταφεύγουμε στο «κακό» είναι αυτή η παράλογη πίστη μας στο «καλό», όπως αυτό παρουσιάζεται στα παραμύθια. Οι περισσότεροι μέσα μας πιστεύουμε ότι η ζωή είναι δίκαιη, παρά τον άδικο τρόπο που μας φέρεται ορισμένες φορές. Μπορεί τα λεγόμενά μου να μη σας πείθουν αλλά αυτό το ήξερα εξαρχής. Αυτή ακριβώς είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία των παραμυθιών, μας περνάνε αξίες οι οποίες μένουν ακόμα και μετά την λογική απόρριψή τους από το μυαλό μας. Και αυτό γιατί μας τις περνούν υποσυνείδητα, καμουφλαρισμένες ανάμεσα σε κάστρα και ιππότες, πριγκίπισσες και μαγικά χαλιά.
Η αλήθεια είναι ότι εκεί που το πήγα το θέμα τρόμαξα λίγο. Παρουσίασα τα παραμύθια σαν ένα πανίσχυρο όπλο προπαγάνδας, σαν ένα παράσιτο που μπαίνει μέσα μας όταν είμαστε μικροί και παραμένει εκεί παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της λογικής μας. Κάποιοι θα πουν ότι είναι επικίνδυνο να πιστεύουμε σε έναν παραμυθένιο κόσμο Κινδυνεύουμε να καταστούμε θύματα αυτών που θα χρησιμοποιήσουν αθέμιτα μέσα και θα μας τσαλαπατήσουν, ενώ εμείς θα προχωράμε με το σταυρό στο χέρι και θα βασιζόμαστε στην πεποίθηση ότι οι μόχθοι μας θα ανταμειφθούν και ότι οι αδίστακτοι που μας «ποδοπάτησαν» θα τιμωρηθούν αργότερα στη ζωή. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι οι ήρωες των παραμυθιών δε περιμένουν τη ζωή να τους δικαιώσει, παίρνουν οι ίδιοι την κατάσταση στα χέρια τους, αγωνίζονται και δεν τα παρατάνε παρά τις δυσκολίες. Στο τέλος βέβαια πάντα νικάνε. Στη ζωή δεν είναι πάντα έτσι, ωστόσο ωφελεί να πιστεύουμε στα παραμύθια, γιατί η πίστη μας στο «καλό» θα μας αναγκάσει να αγωνιστούμε για τη νίκη του, γιατί θα προσπαθούμε υποσυνείδητα να επιβεβαιώσουμε αυτά που πιστεύουμε. 

Τελικά, οι διδαχές των παραμυθιών μας βοηθούν να ξεπερνούμε τις δυσκολίες, να αγωνιζόμαστε και να μην χάνουμε την πίστη μας ακόμα κι όταν η ζωή μας δίνει τα δυνατότερα χαστούκια της. Οι πιο ορθολογιστές και σκεπτικιστές (ανάμεσά τους κι εγώ) θα αναρωτηθούν βέβαια: Ακόμηκι αν δεχτούμε πως  η πίστη στα παραμύθια μας κάνει τόσο καλό, αξίζει  να παραγκωνίζουμε την αλήθεια; Αξίζει να παραμυθιάζουμε τον εαυτό μας και να πιστεύουμε σε έναν πλαστό κόσμο; Το θέμα είναι ότι δεν υπάρχει μια αλήθεια, ούτε ένας σωστός τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Ο καθένας μας έχει πάντα μια ιδεατή εικόνα της πραγματικότητας, στην οποία αποδέχεται εκείνα τα «παραμυθένια στοιχεία» που του ταιριάζουν ή τον εξυπηρετούν καλύτερα. Όλοι ζούμε σε παραμύθι, αλλά ο καθένας στο δικό του.

Γράφει ο Sir Dreamer για τους Pens In Disguise
Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010
Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει τους ανθρώπους γύρω μας να λένε: «αν είχα κάνει αυτό», «αν είχα πάει εκεί», «αν δεν είχα πάρει αυτήν την απόφαση» κτλ κτλ;  Αν, αν, αν, αν, αμέτρητα «αν» γύρω μας. Πόσες φορές έχουμε ξεστομίσει και εμείς παρόμοιες κουβέντες; Πόσες φορές δεν έχουμε ευχηθεί να μπορούσαμε να γυρίζαμε το χρόνο πίσω για να αλλάξουμε μια επιλογή που έχουμε κάνει; Πόσες φορές έχουμε μετανιώσει για πράγματα που κάναμε ή δεν κάναμε;

Η αλήθεια είναι πως ακόμα και οι πιο ασήμαντες (φαινομενικά) επιλογές στη ζωή μας μπορούν να έχουν τεράστιες επιπτώσεις σε αυτή.  Η αλλαγή μιας στιγμής από το παρελθόν μας μπορεί να αλλάξει τελείως το παρόν και το μέλλον μας. Όσοι έχετε δει την ταινία “The Butterfly Effect” θα καταλαβαίνετε καλύτερα τι εννοώ. Γνωρίζοντας όμως μια τέτοια πραγματικότητα πόσο εύκολο είναι να κάνει κανείς μια επιλογή; Η επίγνωση των τεράστιων συνεπειών που μπορεί να έχει η κάθε μας απόφαση  μπορεί να μας εμπνέει φόβο και πολλές φορές μας καθιστά αναποφάσιστους και άβουλους.

Προσωπικά όταν ακούω κάποιον να ξεκινά μια πρόταση του τύπου «αν είχα…..», αμέσως απαντώ με τη πλέον κοινότυπη αλλά εύστοχη φράση: «Κι αν η γιαγιά μου είχε ρόδες θα ήταν πατίνι». Μπορεί η απάντηση αυτή να φαντάζει γελοία αλλά για μένα δεν είναι περισσότερο γελοία από την αρχική πρόταση «αν…». Θα σας εξηγήσω ευθύς αμέσως γιατί αυτές οι ευχές «αν» με κάνουν να αγανακτώ και θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους  τις θεωρώ γελοίες και ανώφελες (πέρα βέβαια από το προφανές, που είναι ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω).

Πρώτον, οι υποθέσεις του είδους «αν είχα κάνει αυτό ……… τότε θα….» αποτελούν καθαρά δικές μας εκτιμήσεις. Ποτέ δεν μπορούμε να ξέρουμε τι επίπτωση έχει μια απόφαση αν δεν την έχουμε πάρει. Μπορούμε να προβλέψουμε κάποιες από τις συνέπειές της αλλά όχι όλες. Οι εκάστοτε επιλογές επηρεάζουν τη ζωή μας με πολλούς τρόπους που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Έτσι ενώ νομίζουμε ότι μια διαφορετική επιλογή στο παρελθόν θα μας είχε οδηγήσει σε μια καλύτερη ζωή, δε μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα, καθώς υπάρχει και η πιθανότητα να μας είχε οδηγήσει σε πολύ χειρότερες καταστάσεις. Εξάλλου είναι σύνηθες οι άνθρωποι να θεωρούν ότι αυτά που δεν έχουν (και κατ’ επέκταση αυτά που δεν έχουν ζήσει, οι αποφάσεις που δεν έχουν πάρει κλπ) είναι καλύτερα από αυτά που ήδη έχουν. Αυτό ακριβώς τους οδηγεί σε λάθος εκτιμήσεις και προβλέψεις.

Δεύτερον, εκτός του ότι μια επιστροφή στο παρελθόν είναι αδύνατη, είναι και άδικη. Το γεγονός ότι συνειδητοποιήσαμε πως έπρεπε να είχαμε κάνει μια διαφορετική επιλογή, οφείλεται ακριβώς στη λήψη της λάθος απόφασης. Χωρίς το λάθος δε θα είχαμε την απαραίτητη πείρα και γνώση. Οπότε είναι κατά κάποιο τρόπο ύβρις να θέλουμε και τη πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο, δηλαδή και τη λήψη της σωστής απόφασης και την εμπειρία που προέρχεται από τη λάθος απόφαση.
  
Τρίτον, τέτοιου είδους υποθέσεις και σκέψεις μόνο κακό μπορούν να μας κάνουν καθώς δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την δυσάρεστη κατάσταση που προκάλεσε τη γένεση τους . Εδώ μάλλον σας μπέρδεψα λίγο. Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός νέου ο οποίος επιλέγει να ακολουθήσει το επάγγελμα που ήθελαν οι γονείς του και όχι αυτό που ο ίδιος επιθυμούσε. Ας υποθέσουμε ότι μετά από καιρό ο νέος αποτυγχάνει στο επάγγελμα αυτό στο οποίο δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά. Τότε φυσικά θα εύχεται να είχε πράξει διαφορετικά και θα σκέφτεται «τι θα είχε γίνει αν». Αυτή όμως η στάση του θα επιδεινώσει περαιτέρω την κατάστασή του καθώς θα πάρει ως δεδομένη την αποτυχία του και δε θα προσπαθήσει να αλλάξει την κατάσταση. Κατά κάποιο τρόπο, υποσυνείδητα, θα θέλει να επαληθευτεί η υπόθεσή του ότι η επιλογή αυτού του επαγγέλματος του κατέστρεψε τη ζωή. Αντί να κάθεται και να κλαίει τη μοίρα του, θα έπρεπε να προσπαθήσει να αλλάξει τα πράγματα και να δει πως θα εκμεταλλευτεί στο μέγιστο την επιλογή που έχει κάνει.
  
Ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα όλων των παραπάνω; Πολλές φορές στη ζωή δεν υπάρχουν σωστές και λάθος αποφάσεις. Δεν έχει τόση σημασία ποια απόφαση θα πάρουμε, αλλά πώς θα την υποστηρίξουμε. Ότι και να διαλέξουμε, πρέπει να το κυνηγήσουμε ως το τέλος και δεν πρέπει να αναλωνόμαστε σε ανώφελες και βλαβερές αναπολήσεις κα υποθέσεις. Μη μετανιώνετε για τις επιλογές σας και μη φοβάστε να παίρνετε αποφάσεις. Μη ξεχνάτε, οποιαδήποτε απόφαση είναι καλύτερη από καμία απόφαση.

Γράφει ο Sir Dreamer για τους Pens In Disguise